Παρασκευή 12 Απριλίου 2013


Κι έγειραν τα κλαδιά στη γη, μέσα σ ένα λεπτό,
κι αυτή η ζωή, που ανάσα κάποτε έδωσε, γελάει,
οι πόρτες σφάλισαν και το παράθυρο κλειστό,
και ο πιο γέρικος κορμός, στο χώμα ακουμπάει.

Ούτε ένα δάκρυ δεν κυλά, μες την σιωπή του στέκει,
νιώθει πως ήτανε πολλά, αυτά που του χαρίσαν,
ούτε κακία δεν κρατά, μα με το νου του πλέκει,
του ονείρου εκείνου τους ανθούς, που κάποτε μυρίσαν.

Και τις στιγμές αναπολεί, μακριά από το πλήθος,
που ανέβαιναν στην κορυφή, την θάλασσα να δούνε,
έμειναν ώρες να μιλούν και ξέχναγαν συνήθως,
πόσα πολλά τους έκαναν, χώρια οι ψυχές να ζούνε.

Δεν είχε νιώσει άλλοτε, τη μοναξιά να γδέρνει,
με τόσα νύχια αόρατα, το φλοιό του με μανία,
από ψηλά ως τις ρίζες του, κάθε δροσιά να παίρνει,
να το γερνά τόσο γοργά, που μοιάζει σαν ταινία.

Όσες πληγές κι αν άνοιξαν, πάντοτε θα θυμάται,
το βλέμμα που δώσε πνοή,στα φύλλα,στα κλαριά του,
ξέρει πως δεν θα σηκωθεί, μα άλλο δε φοβάται,
γιατί μ όσα αισθάνθηκε, έζησε η καρδιά του.

Υπάρχουν δέντρα που όρθια, κάθε μέρα πεθαίνουν,
με αυτό στη γη σωριάστηκε, όμως δε τα ζηλεύει,
γιατί εκείνος έκανε, τα φύλλα ν ανασαίνουν,
κι μ εκεινού την αγκαλιά, χάνεται, που λατρεύει.


Ounkas
04/01/2013

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου