Ποτέ μου δεν
είδα, δυό χέρια να κρατούν
μια στάλα,
να προλαβαίνουνε πριν πέσει,
ποτέ δεν
πίστεψα, δυο μάτια πως μπορούν,
τη λύπη να
κάνουν, σε λιμάνι να δέσει.
Για λίγο ή
πολύ, αυτό που έχουν να δίνουν,
το γκρίζο ν’
αγγίζουν, να γίνεται φως,
πυκνή μου
δροσιά, τις στάλες σου πίνουν,
στα φύλλα
που δίψασαν, υπάρχει σκοπός.
Ποτέ μου δεν
ένιωσα, η ομίχλη να πλέκει,
ως τώρα
κοτσίδες, σχοινιά να πιαστώ,
κατάρτι
σπασμένο, δεν είδα να στέκει,
στα κύματα
όρθιο, φωνή να ακουστώ.
Για λίγο ή
πολύ, την Άνοιξη φέρνουν,
κι αν τύχη
να κλάψουν, θα είναι χαρά,
οι σιωπές
δεν προφτάνουν, όσο κι αν τρέχουν,
κοντά τους
το σώμα, που μαύρα φορά.
Ποτέ της να
αγγίξει, τον ήχο του χρόνου,
για να
σκορπιστεί, κάπου μες το βοριά,
τα μάτια
αυτά, σφουγγάρια του πόνου,
ουράνιο
τόξο, που πλέει στη φωτιά.
Ounkas
17/08/2013
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου