Σύννεφα
τύλιξαν τον ουρανό και κοίτα,
τον
ήλιο αμέσως σκέπασαν και τρέχουν,
πριν
ξεκινήσει η βροχή, κρυψώνα βρήκα,
γιατί
οι στάλες τους, οίκτο άλλο δεν έχουν.
Η
μπόρα ότι έχτισα, ξέρω θα παρασύρει,
σ
ένα ποτάμι που γοργά, κυλά και αγριεύει,
ομίχλη
και βαριά σκιά, πάνω απ το μοναστήρι,
κείνο
που πέρα απ το βουνό, την ομορφιά σμιλεύει.
Οι
καταιγίδες των καιρών, σημάδι το χουν βάλει,
στο
πιο ψηλό σημείο του, τραβά τους κεραυνούς,
κι
όσες ψυχές το κατοικούν, με υπομονή μεγάλη,
προσμένουν
άλλη μια φορά, ανέμους ικανούς,
να
το τσακίσουν, να το κάνουν να γκρεμίσει,
να
το νικήσουν, να το δουν, κατεστραμμένο,
να
φυλακίσουν, όσες καρδιές το έχουν χτίσει,
να
μείνει ερείπιο, απ όλους ξεχασμένο.
Δε
θέλω κάπου να στραφώ, απόψε ο δρόμος,
θα
μ οδηγήσει, σε ότι πρέπει να συμβεί,
ή
θα νικήσουν, θα διωχθεί όλος ο πόνος,
ή
θα ακουστεί, της μοναξιάς μου η κραυγή.
Ounkas
10/2016
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου