Τα χέρια έφερα, στο πρόσωπο μου,
τα μάγουλα άγγιξα, ήσυχα, απαλά,
και τη ψυχή, απ όλα το πιο ακριβό μου,
τη νιώθω θύμωσε, της φόρτωσα πολλά.
Χρόνο το χρόνο, αισθάνομαι αγριεύει,
θέλει να φύγει, μα εγώ τη σταματώ,
σιγά - σιγά κι η δύναμη στερεύει,
άστρα σβηστά, στον ουρανό κοιτώ.
Εικόνες έκανε, ότι δεν την λυτρώνει,
πάνω τους χάραξε, μία μικρή ιστορία,
τα λίγα όνειρα που είχε, τα πετρώνει,
και ζωγραφίζει, ανθρώπους και θηρία.
Θεέ μου κάντην, απόψε να ησυχάσει,
την πνίγω ξέρω κι εκείνη με πονά,
τα χέρια ύψωσε, κάπου θέλει να φτάσει,
στο μέρος κείνο, που πίσω δεν γυρνά.
Απόψε κάναμε, μια άτυπη συμφωνία,
αυτή θα αφήσει, τα βλέφαρα να κλείσω,
και εγώ υποσχέθηκα, μην έχει αγωνία,
γιατί ελεύθερη, το πρωί θα την αφήσω.
Ounkas
07/01/2013
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου