Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015



Κι έμαθα στη ψυχή μου, πουθενά μην ακουμπά,
της είπα μέσα μου, να μένει, να βρυχάται,
μα ήταν φορές που έλεγε, δεν είναι αργά,
κάποιος να υπάρχει, πλάι του ήσυχα να κοιμάται.

Κι έτσι αφηνόταν που και που, αργά, δειλά,
έλεγε λόγια κι έπειτα εδώ, πάλι μαζευόταν,
την άκουγα τις νύχτες τις ψυχρές να μου μιλά,
για τις στιγμές που ζούσε και λυπόταν.

Ποτέ δεν ήθελα, σε φυλακή να κατοικεί,
μα όποτε βγήκε, τον ήλιο να απολαύσει,
άλλοτε φώναζε, μην την αφήσω να καεί εκεί,
σπάνια γυρνούσε κι είχε κάτι να φυλάξει.

Τόση δα είναι, μια σταλιά, δεν έχει βάρος,
μα οι ώμοι γέρνουν, μαζί της όταν περπατώ,
είναι μικρή, μα είναι περίσσιο αυτό το θάρρος,
μες τα θηρία που βαδίζει, περήφανη κοιτώ.

Να κλείσω σκέφτηκα, πόρτες και παραθύρια,
να ζει εδώ μόνο, με αγάπη και γαλήνη,
μα πώς θα μάθει? λάθος είναι η συνήθεια,
απ όσα αυτή η πικρή ζωή, παίρνει και δίνει.

Ounkas
27/01/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου