Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016



Στα μάτια μου μια ζωγραφιά, μ’ ένα μεγάλο δάσος,
δέντρα πανύψηλα, πυκνά κλαδιά το ζώνουν,
να το διαβεί, ποιος το τολμά?! θέλει θάρρος και θράσος,
εγώ το νιώθω ένα μου, τα φύλλα με κυκλώνουν.

Το βήμα μου με οδηγεί, αργά ανάμεσα τους,
αγγίζω το φλοιό της γης, το άπειρο των κορμών,
με κάποιο τρόπο μου μιλούν, σαν βρίσκομαι κοντά τους,
κι αισθάνομαι τον ήχο τους, το βάθος των λυγμών.

Το χέρι μου απαλά ακουμπά, ένα απ τα σώματα τους,
αναστατώνεται η ψυχή, δυό δάκρυα σταλάζουν,
τόσες πολλές οι χαρακιές!! πάνω στα πρόσωπά τους,
μοιάζουν σαν να μην τα άκουσε, κανείς καθώς φωνάζουν.

Αισθάνομαι πως πλάι τους, κι άλλοι θα περπατήσουν,
μα είναι λίγες οι μορφές, που νιώσανε τη θλίψη,
κι όταν το δάσος τέλειωσε, αυτό που όλοι κρατήσαν,
ήταν οι αχτίδες που έπεφταν, τη λύπη τους να κρύψει.

Όμως κανείς δεν έφτασε, σ αυτό το μονοπάτι,
ελάχιστοι το ξέρουνε, πως είναι εδώ ακόμα,
ανάμεσα στα αγέρωχα δέντρα, σαν σκαλοπάτι,
που οδηγεί μακρύτερα, απ το γνωστό μας σώμα.

Αυτό είναι μόνο το κουτί, ένα μεγάλο σπίτι,
που μέσα του όσα κατοικούν, λίγοι τα λογαριάζουν,
δίχως αυτό όμως είμαστε, ποτάμι χωρίς κύτη,
που όσοι δεν σεβάστηκαν, στα βάθη του, βουλιάζουν.

Ounkas
02/2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου