Γέμισε η
ψυχή, τόσο πολύ που δεν αδειάζει,
κι αν
προσπαθώ, είναι γιατί τόσο πονά,
ανοίγω το
παράθυρο, μα εκείνη συννεφιάζει,
κι όταν
σκουπίζω το καημό, στο κάστρο της γυρνά.
Πόσο κοντά
της έζησα, πόσα πολλά έχω μάθει,
όσα κι αν
ξέρω, απύθμενη, ποτέ δεν θα αρκούν,
μαζί τα
πληρωθήκαμε, σωστά αλλά και λάθη,
δικά μας η
οποιουδήποτε, ποτέ δεν μας χρωστούν.
Κι αν
δείχνουμε απόμακρες κι αν η σιωπή θυμώνει,
κι αν είναι
οι λέξεις λιγοστές, δεν το καταλαβαίνουν,
η θλίψη μας
τόση πολύ, τους γύρω μας ματώνει,
κλεινόμαστε
στα τείχη μας, αυτοί για να ανασαίνουν.
Μα κι όσα
ψάχνουμε εδώ, μες της ζωής το θόλο,
είναι τόσο
αλλιώτικα, απ όσα καρτερούν,
στα πλήθη
ανάμεσα έζησα, σε φθόνο και σε δόλο,
κι ένιωσα
αμέτρητες ψυχές, να αλλάξουν πως μπορούν.
Όμως τις
μάχες μου ποτέ, δε θα εγκαταλείψω,
κι μία
ακόμα από αυτές, μπρος στο καμιά, θεριεύει,
κι έπειτα
κλείνομαι ξανά, καιρό πάλι θα λείψω,
μα ένα
χαμόγελο αχνό, έχω να με γιατρεύει…
Ounkas
02/2016
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου