Θυμάμαι
χρώμα έφερες, τους τοίχους μου να βάψεις,
χρώμα λευκό,
μπλε του ουρανού και κόκκινο να καίει,
κι όλα αυτά,
για ένα σκοπό, το γκρίζο μου να αλλάξεις,
κοίτα τα πως
ξεθώριασαν, το άσπρο.. όλο κλαίει..
Μάθε ότι τα
χρώματα, απ τη ψυχή, πηγάζουν,
ότι κι αν
κάνεις, μόνο αυτή, στο τέλος ζωγραφίζει,
τα χρώματα
σου μην χαλάς, στην θάλασσα τα αδειάζουν,
οι λύπες κι
όλες οι πληγές, η θλίψη τα ξεφτίζει.
Λύσε ετούτα
τα σχοινιά, μακριά να ταξιδέψω,
φίλη μαζί με
το νοτιά, είμαι, δεν τον φοβάμαι,
το χρώμα θα
χω του νερού, την άμμο θα μαζεύω,
θα γίνει
σπίτι ο βράχος της, πάνω του να κοιμάμαι.
Κι εσύ
προσπάθησε ξανά, την ομορφιά που θέλεις,
να την
γυρέψεις πριν χαθεί, σαν άσπρο περιστέρι,
ο χρόνος
γρήγορα περνά, πάντοτε να το ξέρεις,
βιάσου
λοιπόν κι εγώ ψηλά, θα είμαι δικό σου αστέρι.
Κι άκου τις
νότες της σιωπής, αυτής τις μελωδίας
που δεν
υπάρχει σε χαρτιά, δεν γράφτηκε από χέρι,
είναι εκείνη
η μουσική, την άδειας χορωδίας,
που όσο κι
αν θέλεις να τη δεις, μόνο η καρδιά τη ξέρει…
Ounkas
15/01/2016
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου