Πάνω σε
εκείνο το βουνό, με είδες να βαδίζω,
με ρώτησες,
τι αναζητώ, σ αυτή την ερημιά,
σου είπα εδώ
βρίσκονται, όλα όσα ορίζω,
όλα όσα
κρύβουν μέσα μας, τα σώματα – κορμιά.
Σε κύματα μ
αντάμωσες, με είδες να παλεύω,
μου φώναξες
εκεί να ‘ρθω, έχω σάπιο σκαρί,
σου είπα πως
είναι εδώ, όλα όσα γυρεύω,
όσα η ψυχή
μου να τα βρει, στο πλήθος δεν μπορεί.
Στα δέντρα
ανάμεσα ξανά, είδες να περπατάω,
σ αυτό το
δάσος μου έλεγες, πολλοί έχουν χαθεί,
μα εγώ εδώ
με της ψυχής, τα μάτια της κοιτάω,
κι έχουνε
τόσα όμορφα, βαθιά μου κερδηθεί.
Φωτιά δεξιά
κι αριστερά, αργά μέσα της μπαίνω,
κι εσύ
τρομάζεις μη καώ, φωνάζεις ‘’γύρνα πίσω’’,
η φλόγα
είναι φίλη μου, ξέρει δεν την χορταίνω,
βοηθά την
τόση θλίψη μου, το πόνο ήρθα ν’ αφήσω…
Στα
μονοπάτια που γυρνώ, λίγους ανθρώπους βλέπω,
είναι
εκείνοι που ζητούν, να βρουν όσα έχουν κρύψει,
τη λύπη κάνω
υπομονή, τα ‘’πρέπει’’ ανατρέπω,
κι όσα η ζωή
δίνει εύκολα, ποτέ δεν μου χουν λείψει.
Σ ότι
αποφεύγουν οι πολλοί, εκεί θα τριγυρίζω,
σ ότι
τρομάζει που άγνωστο, είναι και το φοβούνται,
εδώ μικρές
αξίες ζω, τις νιώθω, τις αγγίζω,
που έξω στο
κόσμο θάφτηκαν και ούτε τις θυμούνται…
Ounkas
02/2016
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου