Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012


Κι ολοι μιλούσαν και γελούσαν στη γιορτή,
σε μια γωνιά, καθόμουν μόνη και κοιτούσα,
 κομμένη ανάσα κι απο βήμα πιο συρτή,
αργή και κουρασμένη, πάλι εσένανε ζητούσα.

Πλήθος, φωνές, φίλοι, γνωστοί, μια συντροφιά,
διψούσαν για να δουν, ν ακούσουν, να γνωρίσουν,
κι ενώ χαιρόμουν, μέσα μου, καμιά ομορφιά,
δεν μπόρεσαν οι λέξεις, στιγμή να μου χαρίσουν.

Μα κάπου εκεί που όλοι τους, είχανε σηκωθεί,
λίγο πριν κλείσουνε τα φώτα και χαθούμε,
μια παρουσία, είχε εκεί... δίπλα μου σταθεί,
σαν κάτι να 'θελε, εγώ κι εκείνη να βρεθούμε.

Μία γυναίκα, που είχε δει, χωρίς να ξέρει
καν τ όνομα μου, της ψυχής μου τα κρυφά,
είχε διαβάσει, όσα το βλεμμα μεταφέρει,
χωρίς να θέλω, κατευθείαν απ τη καρδιά!

Μου πε για μένα, να τα κρατώ, δεν πρέπει,
γιατί είναι χίλιες, οι ψυχές που καρτερούν,
ν αγγίξουν όσα, η ματιά μας δεν βλέπει,
αλλά οι πνοές μας, πανω τους για ζωές, φορούν.

Μ ένα καφέ κι ένα τσιγάρο, την θυμάμαι,
τώρα ξημέρωσε και στο μυαλό μου καθαρά,
είναι τα λόγια της, στη σκέψη μου γυρνάνε,
τα πιο σοφά κι αληθινά... πρώτη φορά...

Ounkas
07/08/2012


Βροχή, πάντα  βροχή και στάλες που χτυπούν,
άλλοτε σιγανά τη γη κι άλλοτε την πληγώνουν,
τα φύλλα της καρδιάς, πότε απλά ακουμπούν,
και πότε με μανία, νιώθω πως τα ματώνουν.

Ήχοι, πάντοτε ήχοι κι ανάσες που μπορούν,
να δώσουν χρώμα στην ματιά, να ζωντανέψουν,
όσες ψυχές είναι ανοικτές, όσες μπορούν ν ακουν,
μα άλλες, δεν έχουν μια πνοή, να τις μαγέψουν.

Σιωπή, πάλι σιωπή και σύννεφο που στέκει,
πάνω απ την άχρωμη ζωή, που περιμένει,
τι φέρνει? εκείνο καρτερά να δει? αντέχει?!,
το σκοτεινό τοπίο του, το γκρίζο που επιμένει?

Μαζί, ένα μαζί και ένα γιατί, που αναζητά,
το άστρο που ήρθε και γέννησε ελπίδα,
ένα άδειο βλέμμα, που την θάλασσα κοιτά,
και χτίζει τείχη, στη πληγή σαν μια ασπίδα.

Κορμί, κενό, μισό κορμί κι ένας γκρεμός,
απο τα δύο, τί πιο καλό, να το διαλέξει?
στο σώμα ερήπια, σκιά κι ένας θυμός,
δεν προλαβαίνει τη ζωή, όσο κι αν τρέξει.

Ounkas
05/08/2012


Ακόμα μια φορά, απόψε ξαγρυπνώ, μέσα σε σκέψεις,
σε όνειρα που ο χρόνος έσβησε, πριν γεννηθούν,
μέσα στη ψυχή μου κολυμπούν, χίλιες θλιμμένες λέξεις,
κι από αυτές καμιά δε θέλει, απ το κύμα να σωθούν.

Για ακόμα άλλη μια βραδιά, τα μάτια δεν θα κλείσουν,
γιατί τα σκιάζει μια μορφή, μια εικόνα, μία σκέψη,
προσπάθησα όσο ποτέ, πίσω να την αφήσω,
μα να την σβήσω δεν μπορώ, σαν παραπάνω λέξη.

Το δάκρυ που δεν έτρεξε, μαχαίρι με δυό όψεις,
η μια μεριά του μ απειλεί, μα αμέσως μ αγκαλιάζει,
΄την τελευταία αναπνοή, εμπρός έλα να κόψεις!΄,
φωνάζω μα ειρωνικά, γελά και δεν πλησιάζει.

Η άλλη κόψη του ακουμπά, μέσα μου και βαραίνει,
κάθεται πάνω στη ψυχή και κάτι μουρμουρίζει,
να την θυμώσω προσπαθώ, μα εκείνη επιμένει,
να με κρατά εδώ μισή . . .,  ζωή να μου χαρίζει..

Ounkas
25/07/2012

Εκεί που η μπόρα, η βροχή, λες, πάει να κοπάσει,
τα σύννεφα να διαλυθούν και να στεγνώσει η γη,
εκεί που ένα χαμόγελο, στα χείλη πάει να σκάσει,
γεμίζοντας με ήχους πολλούς, την παγερή σιγή,

πάλι ο άνεμος φυσά και ο ουρανός σκουραίνει,
ο ήλιος κρύβεται ξανά κι άλλη μάχη, δεν δίνει,
ξέρει πως πάντα τον πονά, ότι μαζί του φέρνει,
να δει, δε θέλει άλλη φορά, τώρα το τί θα γίνει.

Δεν είναι τα θεριά της γης, μόνα τους δεν παλεύουν,
ούτε η καρδιά που πίστεψε, το κρύο πως τελειώνει,
είναι τα μάτια της ψυχής, αυτά μόνο μαντεύουν,
πως δεν θα φύγει η παγωνιά κι ας το κορμί ματώνει.

Δεν της αρκούν λίγες στιγμές, δεν τις αρκούν οι νύχτες,
να κλέβει απ τις αναπνοές και εκείνες να την ζούνε,
οίκτος δεν ξέρει τί θα πει, μόνο τους λεπτοδείκτες,
πίσω κάθε λεπτό γυρνά, άνθρωποι μην τους δούνε.

Διψά για όνειρα ζωντανά, τρέφεται και πηγαίνει,
πάντα μπροστά, πάντα μακριά, εκεί που όλα αλλάζουν,
φωνές και ήχοι όλο αντηχούν, δεν ξέρει να σωπαίνει,
κι όποιος διαβάτης κει βρεθεί, τις σκέψεις του, σκεπάζουν.

Ounkas
22/07/2012

Τετάρτη 22 Αυγούστου 2012


Ένα βαρκάκι είχα μικρό, δεμένο στο μουράγιο,
παρηγοριά μου ήτανε, σε ώρες που χανόμουν,
πάνω του, μες τη θάλασσα, να βρω λίγο κουράγιο,
γλιστρούσα με τον άνεμο και εσένανε θυμόμουν.

Ξύλινο ήτανε λευκό, μ ένα πανί, μια στάλα,
κι όταν αγρίευε ο καιρός, είχε πείσμα! ινάτι !,
πάντοτε πίσω μ έφερνε, δεν έμοιαζε με τ άλλα,
που δεν είχανε δύναμη, είχε αυτό το ΄κάτι΄,

που το 'κανε να χει πυγμή, να μην τα παρατάει,
και τις φουρτούνες έβλεπε μικρές, δεν τις φοβόταν,
έμοιαζε κάθε του στιγμή κι άλλες ν αναζητάει,
κι ευθεία μες τα κύματα βουτούσε, δε κρατιόταν.

Το τέλος δεν στεκότανε, απλά να περιμένει,
ήταν μικρό μα σας θεριό, πάλευε σαν λιοντάρι,
ποτέ του δεν φαινότανε, τις μάχες να χορταίνει,
κι όταν γυρνούσε, όλο χαρά έλαμπε στο φεγγάρι.

Ένα βαρκάκι, είχα μικρό, μα τώρα δεν υπάρχει,
έγινε δάκρυ, ξέβαψε και το λευκό σαπίζει,
δεν το κατάπιε η θάλασσα, μήτε άλλη μια μάχη,
άνθρωποι το τσακίσανε κι άλλο πια δεν ελπίζει.

Να δει στεριές κι ωκεανούς, να φύγει, να γυρίσει,
να με γεμίσει με χαρά, μαζί να τραγουδάμε,
τώρα κατάλαβα καλά, το κύμα κι αν αφρίζει,
η θάλασσα είναι ήμερη, τον άνθρωπο φοβάμαι...

Ounkas
19/07/2012


* Είμαι μικρή,
είμαι μια στάλα απ το δάκρυ σου που πέφτει,
πάνω στο χώμα, το μουσκεύει, το πονά,
μα είμαι εκεί,
αραχνοΰφαντο λουλούδι, σαν τον κλέφτη,
που ακολουθεί το βήμα σου, τις νύχτες
σαν γυρνά.

Είμαι μαζί,
με εσένα που αγαπάς και δεν γυρεύεις,
δεν νοιάζεσαι το ποιός και το γιατί,
είμαι παιδί,
εκεί και εγώ εκεί, σαν δραπετεύεις,
απ όπου θέλει να σε πάει η ζωή.

Ounkas
05/07/2012

Κι αν είναι μέρα,
το φως απόψε λιγοστό, για να φωτίσει,
το υπόγειο που κατοικώ, να πλημμυρίσει,
και να γεμίσει, τη ψυχή ελπίδα.

Κι αν είναι νύχτα,
τ αστέρια τόσο μακριά, που δεν μπορούνε,
όσο κι αν θέλουν, εδώ που ζω να βρούνε,
μια χαραμάδα, να αγγίξουν τη καρδιά.

Φυσά αγέρας,
μα στον λαβύρινθο της μοναξιάς κι αν φτάσει,
δεν θα μπορέσει, τα μικρά σοκάκια να περάσει,
με την δροσιά του, να δώσει μια πνοή.

Βρέχει και σήμερα,
αλλά οι στάλες, σταματούν πάνω στα τείχη,
που έχει χτίσει η ζωή, για να πετύχει,
γύρω απ το σώμα, να προλάβει τις πληγές.

Κι έτσι η θάλασσα,
που λάτρευα να ταξιδεύω, δεν κινείται,
με αγαπά, γιαυτό φροντίζει να μιμείται,
την τελευταία μου πνοή που σταματά.

Ounkas
02/07/2012

Θα θελα τόσο να πιστέψω πως θα αλλάξει,
η κάθε μέρα, που ίδια, χρόνια, ξημερώνει,
λες πως το κάνει η ζωή, να με πειράξει,
κι έπειτα πάλι, να μου φέρει ότι λυτρώνει.

Θα θελα τόσο, απο εδω μακριά να φύγω,
να πάω αλλού, κει που κανέναν δεν γνωρίζω,
σαν δυό παράθυρα, τα χέρια να ανοίγω,
και την αλήθεια τ ουρανού, μ αυτά ν αγγίζω.

Πόσο θα ήθελα να βρω μια παλέτα,
και όσα χρώματα υπάρχουν, να τα έχω,
μ όλα τα μωβ του, να σχεδιάσω μαι βιολέτα,
και με τα πράσινα, ένα κάμπο που θα τρέχω.

Πόσο θα άλλαζε, η ψυχή μου θα πετούσε,
απο χαρά, αν το ξημέρωμα, ερχόταν,
και δίπλα μου έφερε, εκείνον που γελούσε,
σαν το παιδί, στην αγκαλιά μου όταν βρισκόταν.

Ounkas
15/06/2012

Σα ναυαγοί όλοι, για χρόνια ταξιδεύουμε,
χίλια λιμάνια, με μια σχεδία, περνάμε,
μα απο όλα αυτά, ένα μόνο γυρεύουμε,
που ως το τέλος, πολλές φορές ζητάμε.

Κι αν κάπου για πολύ ή για λίγο μένουμε,
γιατί τα χρόνια, σαν το νερό, κυλάνε,
ίσως ποτέ, μαζί του, ένα να μην γίνουμε,
γιατί οι ψυχές μας κάτι άλλο κοιτάνε.

Ίσως να δέσουμε, μα θα ναι για ότι φαίνεται,
για το κορμί, να δείχνει κάπου ριζωμένο,
αλλά η καρδιά, μόνη ξανά θα στέκεται,
εκεί στο μόλο, με το βλέμμα λαβωμένο.

Θα αναζητά, ανέμους που της έταξαν,
οι δυό νεραίδες, στα σιωπηλά της βράδια,
θυμάμαι, ήτανε παιδί, όταν της έδειξαν,
πώς η αγάπη, δίνει φως και στα σκοτάδια.

Μα η ευτυχία, απλώχερα δεν δόθηκε,
κι είναι σπάνιο, τα ΄μισά΄μας, να ενωθούνε,
έτσι ανασαίνουμε, με μια στιγμή που σώθηκε,
με την ελπίδα μες το νου, πως θα βρεθούνε.

Ounkas
11/06/2012

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012



Σκόνη, που σκέπασε τη ζωή μου ,απο παιδί,
έτσι αόρατη, ασήμαντη, κανείς δεν την διακρίνει,
σπασμένη απο κιθάρα, μια μικρή χορδή,
μόνο με σύννεφο, κάποιος θα με συγκρίνει.

Φλόγα που ανέβηκε ψηλά, δεν σταματά,
τον ήλιο έφτασε! και καίει τις αχτίδες!,
πολλές φορές η υπομονή, τα παρατά,
μοιάζω μορφή, που ούτε ξέρεις, ούτε είδες.

Φωνή που σώπασε, μα είχε πολλά να πει,
χωρίς τον ήχο της, κανείς δεν την προσέχει,
πηγή που στέρεψε κι ήθελε η καρδιά να πιεί,
να σβήσει θλίψη κι ενοχές, μ άλλο δεν έχει.

Λάβα που κύλησε, κι έκαψε το κορμί,
τούτο το άδειο, που περπατά εδώ, χαμένο,
ζωή που έσβησε, τραβώντας μια γραμμη,
όνειρο που έμεινε μισό και πληγωμένο.

Ounkas
09/06/2012


Που είναι το μέρος, που φίλος είναι ο χρόνος?
πώς θα βαδίσω για να βρω το μονοπάτι?
αυτό που μου λεγαν πολλοί, δεν είσαι μόνος,
κι ότι εκεί μπορείς να βρεις, κείνο το ΄κάτι΄,

αυτό που κάνει τη ζωή, ήλιο πάντα να έχει,
κείνο που λέει την αλήθεια, δεν φοβάται,
αυτό που ξέρει ν αγαπά κι όλα τ αντέχει,
γνωρίζει αξία, έχουν τα απλά, και το θυμάται?

Μικρή ήμουν, κι όμως άκουγα πολλές φωνές,
που μου μιλούσαν, για ένα αύριο με εικόνες,
ανθρώπινες φιγούρες μα και ψυχές σεμνές,
που τ ουρανού γυρεύανε, τις γαλανές κρυψώνες.

Δεν έμεινα πάντα παιδί.. μεγάλωσα.. και τώρα,
αναζητώ όσα μου χαν πει, ότι θα συνατήσω,
γύρισα κάθε μιά γνωστή, αλλά κι άγνωστη χώρα,
ούτε ένα τόπο όμως ποτέ, δεν βρήκα για να ζήσω.

Κανείς δεν έμοιαζε μ αυτούς, που είχαν περιγράψει,
σύννεφα είχαν όλοι τους κι ένα γκρίζο σεντόνι,
που δάκρυ μέσα μου έφερνε, έτοιμο να σταλάξει,
απο την άκρη των ματιών, γιατί ήμουν πάλι μόνη.

Μία ζωή δεν έφτασε, να δω το μέρος ΄κείνο,
γερόντισσες που είχαν πει, θα βρω σαν μεγαλώσω,
το βλέμμα μου κουράστηκε, τα μάτια τώρα κλείνω,
μα την σκυτάλη σε εσέ, να ψάξεις, θα σου δώσω.

Ounkas
08/06/2012

Και να, που τα πάντα με χιόνι σκεπάστηκαν,
το ήξερα μια μέρα, πως όλα θα αλλάξουν,
φωνάζει η ψυχή, οι στιγμές δεν ξεχάστηκαν,
βοριάδες φυσούν, μα ικανοί να πειράξουν,

δεν ειναι της καρδιάς, την αγάπη που έζησε,
όσα εσύ σαν βροχή, χάρισες για ν ανθίσει,
στα αόρατα χέρια της, δυνατά εκείνη έσφυξε,
με πνοή όσα γέμισες και εδώ θα κρατήσει.

Κι αν η θλίψη κυρίευσε,των ματιών μου την λάμψη,
η φωνή ακολούθησε και οι λέξεις, στερέψαν,
όσα δικά σου μ αγκάλιασαν, η ζωή δεν θα κάψει,
γιατί δάκρυα σβήνουνε, τις φωτιές που θεριέψαν.

Οι σταγονες τους κύλησαν και σκεπάσαν τις φλόγες,
και το όνειρο μου έμεινε, ζωντανό να γυρίζει,
στου μυαλού μου την θάλασσα, φωτεινές οι πυρόγες,
θα αρμενίζουνε αιώνια κι ένα χάδι θα αγγίζει,

τα χλωμά μάγουλα μου, και τα χέρια τα κρύα,
τ άδειο βλέμμα που πάντοτε, φώναζε μη χαθεί,
των χειλιών μου το άχρωμο, τα λιγοστά μου αστεία,
θα ανασταίνεις τις μέρες μου, με πνοή ζηλευτή.

Ounkas
06/06/2012

Μην μου λες, για τα ξερά δέντρα που στέκουν,
μέσα στου δάσους τις σκιές και τις ομίχλες,
μην μου λες, για τους ιστούς που πλέκουν,
μικρές μορφές, κι ενώνουν όνειρα κι αλήθειες.

Ήμουν εκεί, όταν ο άνεμος παντρεύτηκε τα φύλλα,
και σφύριζε και γύριζε και σκόρπιζε πνοές,
ήμουν εκεί, σαν οι κισσοί σκαρφάλωναν στα ξύλα,
κι απο νεκρά τους χάριζαν, ακόμα δυό ζωές.

Μην μου λες, για τα κλαδιά που γέρνουν,
που σκύβουν για να ακούσουν, θνητών φωνές,
μην μου λες, για όντα, πλάσματα που σέρνουν,
πάνω στην πλάτη τους, σιωπές, λέξεις κενές.

Ήμουν εκεί, όταν το καλοκαίρι, πάγωσε την πλάση,
κρύσταλλα έκανε λουλούδια και μικρά πουλιά,
ήμουν εκεί, όταν η Άνοιξη δεν πρόλαβε να φτάσει,
για να ζεστάνει των ανθρώπων, τ άψυχα φιλιά.

Αν κάτι θες να λες, μίλα μου για το δρόμο,
που οδηγεί το βήμα, σε τόπους ζωντανούς,
ή μίλα μου για εκείνον, των ψυχών τον νόμο,
που δεν καταλαβαίνει, το σώμα, μήτε ο νους.

Αν κάτι θες να λες, πες μου για όσα εσύ ξε΄ρεις,
για τις καρδιές που ενώνονται μα τα κορμιά μακραίνουν,
πες μου, σε ποιό σοκάκι εσύ, μπορείς τώρα να φέρεις,
αυτό που η αγάπη μου ζητά, μα οι σκέψεις καταστρέφουν?

Ounkas
04/06/2012

Πέμπτη 19 Ιουλίου 2012


*Θα με θυμάσαι, σαν το κορίτσι με τα χρώματα,
όσα υπήρχαν, πάνω μου κάθε μέρα, φορούσα,
ένα μονάχα κρυμμένο, στης ψυχής τα στρώματα,
το βλεπες μόνο, όταν στα μάτια σου, κοιτούσα.

Ήταν βαμμένη η καρδιά, μ αυτό κοιμόταν,
μ αυτό ξυπνούσε, πάνω της τυλιγμένο,
ο νους σου το ξερε κι όλο αναρωτιόταν,
πόσους χειμώνες,  το σερνει, κολλημένο.

Είναι πολλοί, πάρα πολλοί να τους μετρήσω,
είναι σκληροί, πολύ σκληροί και δεν γελούν,
είναι στρατιώτες και μόνη? πώς να τους νικήσω?
είναι εφιάλτες,  που στον ύπνο μου, μιλούν.

Μα μην φοβάσαι, ποτέ άλλους δεν πειράζουν,
μονάχα, ζουν μες του κορμιού, την συννεφιά,
μονάχα ουρλιάζουν κι έπειτα πάλι με θαυμάζουν,
γιατί για χρόνια, η μόνη τους είμαι  συντροφιά.

Θα με θυμάσαι, σαν το κορίτσι με τα χρώματα,
σαν αεράκι, που δρόσιζε συχνά, τα όνειρα σου,
σαν λουλουδιών, μοναδικά,  σπάνια  αρώματα,
σαν έναν ήχο, της τρυφερής πάντα καρδιά σου.

Ounkas
03/06/2012

Σαν άγριο θηρίο που βρυχάται και ουρλιάζει,
μοιάζει η ψυχή στη φυλακή της, κλειδωμένη,
χτυπά με δύναμη, πάνω στους τοίχους, σπάζει
τα τσακισμένα της φτερά, κρατά και τρέμει.

Αετός αν ήταν και λαβωμένος θα πετούσε,
και θα κρυβόταν,  στην πιο ψηλή κορφή,
κι αν πέθαινε,  αν απ τα βέλη,  ξεψυχούσε,
την άψυχη δεν θα 'βλεπε, κανείς  μορφή.

Ποτάμι αν ήταν, με δυο στάλες θα κυλούσε,
θα δρόσιζε ως το τέλος, εκείνους που διψούν,
κι αν ένιωθε πως στέρευε, μόνο του θα γυρνούσε,
και θα 'πεφτε στη θάλασσα, τα δάκρυα να χαθούν.

Αστέρι αν ήταν, στη συννεφιά θα χόρευε,
θα πάλευε τη λάμψη του, λιγάκι να κρατήσει,
για όσους τρέμουν τις σκιές, θα ξόδευε,
το τελευταίο φως του, το σκοτάδι να νικήσει.

Βοριάς αν ήταν, νωρίς απ την αυγή θα έτρεχε,
θα δρόσιζε, όσες ψυχές στις φλόγες ζούσαν,
τον ουρανό τους, γκρίζο θα έβαφε, θα έβρεχε,
όσα φύλλα ξερά, οι φωτιές θα κυνηγούσαν.

Ounkas
01/ 06/ 2012

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012


Όνειρο, που έγινε ζωή κι όμως, νέο πεθαίνει,
σημάδια αφήνοντας πολλά, για να μην το ξεχνάμε,
άστρο που κάποτε έλαμπε,τώρα κι αυτό μικραίνει,
σβήνει, μα γίνεται σκιά, μέσα μας να φυλάμε.

Κι όσα δεν πίστευα να δω, ν αγγίξω, να γνωρίσω,
μια μέρα μου τα έφερες, μέσα στα δυό σου χέρια,
στην αγκαλιά σου, μ άφησες, να μπω, να ακουμπήσω,
κι αγάπη μόνο έδωσες, που μ έφτασε στα αστέρια.

Μα ήταν τόσο πιο ψηλά, απ όσα είχα γνωρίσει,
και ήξερα πολύ σύντομα, να μείνω δεν γινόταν,
όσο κι αν θέλει η καρδιά, όσο κι αν αγαπήσει,
είχε η μικρή, ήδη ψυχή, φωτιές κι όλο καιγόταν.

Είναι άραγε λέτε σοφό, μέσα μου να κρατώ φωνές,
ρωγμές, στιγμές, αλλά και εικόνες που βαραίνουν,
λέξεις, που ούτε ένα λεπτό, δεν ενιωσαν κενές,
μα να ειπωθούν δεν μπόρεσαν και τώρα πια σωπαίνουν?

Και αυτό το βήμα,σε ίδιους τόπους, πάντα με πηγαίνει,
εκεί που ο χρόνος για άλλους έπαυε,για μένα ήταν νερό,
και πόσο εύκολα κανείς, στη ζωή του να μαθαίνει,
να ζει απο το ΄μισό΄, μακριά? νομίζω, δεν το μπορώ.

Ounkas
28/05/2012

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012


Να κρατηθώ απο τί? ως κι ο ουρανός ξεθώριασε,
έκρυψε η λίμνη το νερό της και πάλι να διψάσω!
τα όνειρα μου ο βοριάς, τα πεταξε, τα σώριασε,
σε μια γωνιά, κι έκλεισαν οι δρόμοι, μην τα ψάξω!

Και τώρα τί? έμεινε μόνο μια πνοή, κουράστηκε,
πόσα να δώσει? που να βρει αγάπη να πιαστεί?
και η ψυχή? που σ άδικα και δίκαια, μοιράστηκε?
δεν έχει πια παλμό, κάπου για να ακουστεί.

Κι άνθρωπος ποιός?! θα ήθελε εδώ, ΕΔΩ, να μείνει?
ν ακούει τις νύχτες? το θρήνο της, να αντέχει?!
να πνίγεται στης θάλασσας της, την τεράστια δύνη?!
κι ανάσα να της προσφέρει, όταν άλλη δεν έχει?!

Κι απόψε που?! Να βρω μια αγκαλιά, να ακουμπήσω?
να ανεχτεί το δάκρυ, απ τις πληγές που αδειάζει?
και σε ποιό άγγιγμα, μόνο για μένα να ζητήσω?
να μείνει ξάγρυπνο, να με προσέχει που βραδιάζει?!

Κι αν κλάψω? ποιό σύννεφο θα ερθει να με πάρει?
να μου θυμίσει, έξω απ την μοναξιά μου, πώς να ζω?!
και να μου δείξει, πως και για μένα , το φεγγάρι,
κάθε βραδιά, βγαίνει και λάμπει, να το δω?

Μέρες περνούν και τί?! Πάντα μισή θα ξημερώνω,
χρόνια θα φεύγουν, περιμένωντας μικρές στιγμές,
ψυχή, καρδιά, σκέψη και σώμα, πάντα θα ματώνω,
και θα μπαλώνω, με αυτό το αόρατο δάκρυ, τις ρωγμές.

Ounkas
26/05/2012

Κλείνομαι μες τους ήχους,
πάντα εδώ με ΄γυρεύω΄,
γράφω άχρωμους στίχους,
και για κάτι παλεύω,

εικοσιδύο πάνε χρόνια,
με χιλιάδες πια λέξεις,
σαν το τρένου βαγόνια,
πολλά, ποιο να διαλέξεις?

Όλα είναι ΄παιδιά΄μου,
με μισούν, μ αγαπάνε,
σαν τις νότες καρδια μου,
στη ψυχή, που χωράνε.

Αραγε να ναι πολλά,
μάτια που με διαβάζουν?
λες να μοιάζουν, θολά?
η απλώς με κοιτάζουν?

Δεν μιλά όμως κανείς,
έρχονται, ταξιδεύουν,
σαν εκείνους κι εμείς,
μόνο αλήθειες γυρεύουν.

Κι έχει τύχει χειμώνας,
μ΄ Άνοιξη να μυρίζει,
καλοκαίρι κι αιώνας,
στη ψυχή να χιονίζει.

Οι εποχές δεν αλλάζουν,
με ρυθμούς που είχες μάθει,
οι καρδιές μας προστάζουν,
τα σωστά και τα λάθη.

Μέσα εδώ, ότι ορίζεις,
γίνεται ένα και πλέκει,
όσα εσύ τα γνωρίζεις,
μα το βλέμμα αλλού στέκει.

Μείνε όσο αισθάνεσαι,
τη ψυχή, ν' ανασαίνει,
κι όταν πέφτεις να πιάνεσαι,
απο αυτό που ζεσταίνει,

του χειμώνα το κρύο,
της βροχής την σταγόνα,
του φιλιού το αντίο,
αγκαλιάς, μια κρυψώνα.

Ounkas
22/05/2012

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2012


Κι έμεινα μόνη, να μιλώ στον εαυτό μου,
μαζί με αναμνήσεις και λέξεις που πετούν,
τώρα δεν έχω τίποτα, να ναι για το καλό μου,
τώρα οι λύπες άρχισαν, δίχτυ να μου κεντούν.

Μία γαλάζια θάλασσα,πού φτάνει?δεν γνωρίζω,
δεν έχει τέλος, ούτε αρχή κι όλο αλλάζει χρώμα,
σαν το παιδί που τρυφερά, στην αγκαλιά κοιμίζω,
μα το νανούρισμα αυτό, ξύπνιο το χει ακόμα.

Ένα κορμί που δεν ζητά, μόνο να βλέπει θέλει,
μια παρουσία, μια σκιά, μ αγάπη να γεμίζει,
τους σάκους της ψυχής, για άλλα δεν το μέλει,
και πίσω το χειμώνα της, για πάντα να αφήσει.

Πίνακας που δεν κρέμεται,στην μέση κάποιου τοίχου,
μέσα στην σκόνη, τη βροχή, τα χρώματα σταλάζουν,
τραγούδι που δεν ταίριαξε,στις λέξεις κάποιους στίχου,
γιατί άλλοι συνέχεια, τα λόγια του αλλάζουν.

Δάκρυ που γλίστρησε βουβά, μα χάραξε το γέλιο,
το καψε!! το κομμάτιασε!! και τώρα αργοσβήνει,
φιλί που δεν χαρίστηκε, σε΄πρέπει΄,αλλά σε΄θέλω΄,
μονάχο του έμεινε να ζει, γιατί... αγάπη δίνει.

Ounkas
20/05/2012

Άσε την μοναξιά, σαν ποτάμι να τρέξει,
κι αν σε πονά, σε πληγώνει, μην κλάψεις,
δεν είναι μια εικόνα, μια φωνή, μία λέξη,
που θα κάνει το πόνο της ψυχής σου,να πάψει.

Άσε την ερημιά, στην καρδιά να κυλήσει,
κι αν η αυγή θα σε βρει, μόνο και λυπημένο,
με την θέρμη του ο ήλιος, στοργικά θα τυλίξει,
γύρω σου ότι πίστεψες, πως είναι χαμένο.

Μην νομίζεις πως όλα, είναι άσπρο και μαύρο,
ενδιάμεσα υπάρχει, ένα γκρι που σκοτώνει,
μα αυτό αν δεν είχα, θα έψαχνα πάντα να βρω
το φεγγάρι .. ΓΙΑΤΙ?.., κάθε νύχτα ματώνει.

Κι αν τα βράδια περνούν, χωρίς κάτι ν αλλάζει,
κι αν φυσά ο αγέρας και παγώνει το σώμα,
κι αν ποτέ η ζωή σου, δεν γελά, δε γιορτάζει,
πίστεψε πως μπορείς, για λιγάκι ακόμα.

Έρχεται η αγάπη, μα όλοι οι δρόμοι κλειστοί,
και φωλιάζει στο ΄είναι΄, περιμένοντας χρόνια,
σε τυλίγουν χιλιάδες, από αράχνες, ιστοί..
να κινήσει ένα χέρι, προσμένεις τα πιόνια.

Ounkas
16/05/2012